«Έχει το δικαίωμα να ελπίζει κανείς ότι,

ανάμεσα από τα φοβερά κυκλοτρόνια

και τους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους,

μια μέρα, όπως ανάμεσα από δυο μαλτεζόπετρες,

θα ξεφυτρώσει πάλι, σαν καταπόρφυρη παπαρούνα,

η ΠΟΙΗΣΗ»

Οδυσσέας Ελύτης

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών - Γ΄ συνέδριο

http://www.eens-congress.eu/

2 σχόλια:

  1. Γεωργία Λαδογιάννη
    "1930, δεκαετία του θεωρητικού συγκρητισμού: Κ. Παλαμάς, Τ. Άγρας, Ν. Κάλας"


    Τί είναι, τελικά, ο Σολωμός για τον Παλαμά του μεσοπολέμου; Ο Παλαμάς του αναγνωρίζει ότι είναι πρόδρομος και αρχή της ποιητικής μας αλληλουχίας. Όταν έρχεται όμως να κρίνει τον ίδιο τον χαρακτήρα του ποιητικού έργου, τότε τα κριτήρια φαίνεται να έχουν πρότυπο πιο πολύ τη δική του ποίηση παρά του Σολωμού. Ο Παλαμάς περιγράφει το δέον της ποίησης με τα εξής χαρακτηριστικά: να αναπτύσσει ένα θέμα, να πηγάζει από μια κοσμοαντίληψη, να τονίζει (μουσικά) τη γλώσσα, να επικοινωνεί με την ευρωπαϊκή παράδοση (έχοντας αφομοιώσει κλασικισμό και ρομαντισμό). Επίσης, σε αυτόν τον κανόνα έχουν ακόμα ισχύ και οι πιο ακραίες (για την εποχή που συζητούμε) εκδηλώσεις ποιητικότητας, όπως είναι η στενή σύνδεση της ποίησης με την ένστιχη φόρμα και το ολοκληρωμένο ποίημα. Έτσι, με τρόπο ρητό εκφράζεται αρνητικά για το αποσπασματικό έργο του Σολωμού, προκρίνοντας ακόμα και τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» απέναντι στις συνθέσεις της ώριμης περιόδου, γιατί πιστεύει ότι το ολοκληρωμένο ποίημα είναι κριτήριο ποιητικής δύναμης.

    Ο Σολωμός του 1933 είναι αποτέλεσμα του κανόνα του Παλαμά που εμφανίζεται να έχει σταθεροποιηθεί μέσα στη δεκαετία του 1920, μια περίοδο δύσκολη για τον Παλαμά, που η πρόσληψή του για πρώτη φορά βρίσκει αντιστάσεις ανάμεσα στους νέους ποιητές, όπως αναφέραμε.

    Κι ακόμα, ο Παλαμάς επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον λυρισμό που γνώρισε στην ποιητική του νεότητα. Μάλιστα αυτό το κάνει τώρα πιο συστηματοποιημένα, δίνοντας στα κριτικά του κείμενα έναν προσανατολισμό προς τη γενίκευση και την θεωρητική αναγωγή των επιμέρους παρατηρήσεων. Χρησιμοποιεί έναν όρο χαρακτηριστικό: «ρωμαντικός παμποιητισμός»[3]. Ο όρος στεγάζει τις απόψεις του περί «λογοτεχνικότητας», που την ταυτίζει με το λυρισμό. Πράγμα που σημαίνει ότι η λογοτεχνία, στο σύνολό της, ως γένος δεν μπορεί παρά να είναι μόνο «ποίηση»· συμβατικά γένη δεν υπάρχουν, παρά μόνο γένη ποιητικού (μουσικού) τονισμού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ο Παλαμάς επαναπραγματεύεται αυτά τα ζητήματα για την ποίηση, μέσα στο λυρικό κλίμα της δεκαετίας του 1920. Το άρθρο του με τίτλο «Ο Στίχος» (1926)[4] μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπυκνώνει το αισθητικό πιστεύω του Παλαμά. Ο «στίχος» γίνεται πλέον σύμβολο, πέρα από τα περιοριστικά όρια της φόρμας, σημαίνει την ποιητική του ρυθμικά οργανωμένου λόγου. Γιατί τον πρωταρχικό ρόλο μέσα στο σύστημα του παμποιητισμού τον έχει η γλώσσα. Και η ανανέωση που τώρα επιδιώκεται με την επαναπραγμάτευση του θέματος λυρισμός, έχει να κάνει με την απελευθέρωση της ηχητικής της ενέργειας. Ο Παλαμάς έτσι βρίσκει ότι μόνο η προφορικότητα είναι η κατάσταση της γλώσσας με την πλήρη απελευθέρωση της ρυθμικότητάς της και θεωρεί την απαγγελία της ποίησης σαν την «ποίηση σε εφαρμογή».
    Ο κανόνας του ρυθμού μοιάζει το προπύργιο από όπου έδινε τις θεωρητικές του
    «μάχες», τις δύσκολες εποχές της αμφισβήτησής του ο Παλαμάς. Πάνω στον κανόνα
    αυτό «κοβόταν» το Γ΄ Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων και εκφράζονταν
    οι ενστάσεις του. Ακόμη, στη σκέψη του ο ρυθμός ήταν η μεγάλη αδυναμία της
    «άλλης» ποίησης. Η κρίση του για τον Καβάφη ακουγόταν σαν καταγγελία εναντίον
    της ποιητικής του αρρυθμίας, όταν του απέδιδε το «ύπουλο ξεκάρφωμα του στίχου»
    (1924)[7].

    ΑπάντησηΔιαγραφή